'δοξα

'δοξα
ἔδοξα , δοκέω
expect
aor ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • δόξα — δόξᾱ , δόξα expectation fem nom/voc/acc dual δόξᾱ , δόξα expectation fem nom/voc sg (doric aeolic) δοκέω expect aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δόξα —         (doxa) (греч.) мнение; видимость; недостоверное суждение.         см. Мнение и знание. Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С. М. Ковалёв, В. Г. Панов …   Философская энциклопедия

  • δόξᾳ — δόξαι , δόξα expectation fem nom/voc pl δόξᾱͅ , δόξα expectation fem dat sg (doric aeolic) δόξαι , δοκέω expect aor imperat mid 2nd sg δόξαι , δοκέω expect aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δόξα — I Μυστική εφημερίδα της Κατοχής (1941 44). Αριθμεί 99 φύλλα, καθώς και ορισμένα που εκδόθηκαν μετά την απελευθέρωση. Ο ιδρυτής της Κωνσταντίνος Περρίκος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς. II Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 580 μ.,… …   Dictionary of Greek

  • δόξα — η 1. τιμή, φήμη, καλή υπόληψη: Αυτός ο ηθοποιός στα νιάτα του γνώρισε μεγάλη δόξα. 2. το ουράνιο τόξο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δόξας — δόξᾱς , δόξα expectation fem acc pl δόξᾱς , δόξα expectation fem gen sg (doric aeolic) δόξᾱς , δοκέω expect aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) δοκέω expect aor ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοξάσας — δοξά̱σᾱς , δοξάζω think fut part act fem acc pl (doric) δοξά̱σᾱς , δοξάζω think fut part act fem gen sg (doric) δοξάσᾱς , δοξάζω think aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) δοξά̱σᾱς , δοκέω expect aor part act fem acc pl (attic epic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δόξαι — δόξα expectation fem nom/voc pl δόξᾱͅ , δόξα expectation fem dat sg (doric aeolic) δοκέω expect aor imperat mid 2nd sg δοκέω expect aor inf act δόξαῑ , δοκέω expect aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοξάμενον — δοξά̱μενον , δοξάζω think fut part mid masc acc sg (doric aeolic) δοξά̱μενον , δοξάζω think fut part mid neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) δοκέω expect aor part mid masc acc sg δοκέω expect aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δόξαν — δόξᾱν , δόξα expectation fem acc sg (doric aeolic) δοκέω expect aor part act neut nom/voc/acc sg δοκέω expect aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”